Σημείωση: Γράφω αυτό το κείμενο ως ψυχολόγος, όχι ως σχολιαστής της υπόθεσης — η οποία βρίσκεται στα χέρια της δικαιοσύνης και αφήνω σε εκείνη να αποφανθεί. Το ενδιαφέρον μου είναι αποκλειστικά ψυχολογικό και κοινωνικό.
Μια δασκάλα πέθανε. Δεν χτυπήθηκε, δεν τραυματίστηκε σωματικά. Έφυγε από εγκεφαλικό — την πιο ανείπωτη ίσως έκφραση του σώματος όταν δεν αντέχει άλλο. Και πίσω από αυτό το εγκεφαλικό, σύμφωνα με τους δικούς της, κρυβόταν χρόνια καθημερινή κακοποίηση: bullying από μαθητές, αδιαφορία θεσμών, εξάντληση χωρίς τέλος.
Θα μπορούσαμε να μείνουμε στην οργή. Θα ήταν δίκαιο. Αλλά ως ψυχολόγος, νιώθω την ανάγκη να κάνω ένα βήμα πίσω — όχι για να δικαιολογήσω, αλλά για να καταλάβουμε. Γιατί αν δεν καταλάβουμε, θα ξαναζήσουμε αυτή την ιστορία.
Τι σημαίνει για ένα παιδί να μεγαλώνει χωρίς όρια
Ένα παιδί που μεγαλώνει χωρίς όρια δεν είναι ένα παιδί που αγαπήθηκε πιο πολύ. Είναι ένα παιδί που αγαπήθηκε λάθος.
Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι τα όρια είναι τιμωρία. Τα όρια είναι ο τρόπος που ένα παιδί μαθαίνει ότι υπάρχουν άλλοι — ότι ο κόσμος δεν περιστρέφεται γύρω του, μαθαίνει ότι η επιθυμία του δεν είναι πάντα εντολή, ότι «όχι» δεν σημαίνει αποτυχία αλλά διαπραγμάτευση, ότι ο άλλος έχει δικαίωμα να υπάρχει διαφορετικά. Τα όρια θα χτίσουν το αξιακό σύστημα του παιδιού και όσο και αν δεν το καταλαβαίνουν πολλές φορές οι γονείς , τα όρια δημιουργούν το ασφαλές πλαίσιο που το παιδί θα μεγαλώσει, θα αυτονομηθεί και θα ενταχθεί στην κοινωνία σεβόμενος και τα όρια των άλλων.
Όταν αυτή η εμπειρία λείπει από την παιδική ηλικία, η ψυχή δεν αναπτύσσει αυτό που οι ψυχολόγοι ονομάζουμε «ανοχή στη ματαίωση». Και χωρίς αυτήν, κάθε «όχι» γίνεται απειλή, κάθε κανόνας γίνεται επίθεση και κάθε αυθεντία γίνεται εχθρός.
Ο ναρκισσισμός δεν είναι μόνο αλαζονεία
Συχνά φανταζόμαστε τον ναρκισσισμό ως αλαζονεία, ως κομπορρημοσύνη. Στην κλινική πράξη όμως, η ναρκισσιστική δυσλειτουργία εμφανίζεται πιο συχνά ως αδυναμία ενσυναίσθησης — ως αδυναμία να νιώσει κανείς τον πόνο του άλλου ως πραγματικό.
Ένα παιδί που δεν έχει μάθει να «βλέπει» τον άλλον, θα μεγαλώσει σε έναν ενήλικα που πληγώνει χωρίς να το αντιλαμβάνεται. Δεν πράττει από κακία — πράττει από κενό. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το κενό αφήνει τεράστιες καταστροφές στον δρόμο του.
Στη σχολική τάξη, αυτό το παιδί και αργότερα ο έφηβος — δεν βλέπει την καθηγήτρια ως άνθρωπο. Τη βλέπει ως εμπόδιο, ως στόχο, ως ευκαιρία επίδειξης δύναμης απέναντι στους συνομηλίκους. Και αν η δυναμική της ομάδας ενισχύει αυτή τη συμπεριφορά, γίνεται θεαματική, εθιστική και επαναλαμβανόμενη.
Η οικογένεια ως πρώτη αίθουσα διδασκαλίας
Δεν κατηγορώ τους γονείς. Αλλά πρέπει να πούμε την αλήθεια: η οικογένεια είναι το πρώτο σχολείο κοινωνικής ανάπτυξης ενός παιδιού. Πριν μάθει γραφή και ανάγνωση, μαθαίνει να σκέφτεται και να σέβεται τον άλλο.
Αυτή η πρώτη και σημαντική διαπαιδαγώγηση γίνεται μέσα από μικρές, καθημερινές στιγμές: όταν του λέμε «όχι» και του εξηγούμε, όταν του ζητάμε να σκεφτεί πώς νιώθει ο άλλος, όταν δεν του επιτρέπουμε να εκτονώνει τον θυμό του με βλαπτικό τρόπο, όταν εμείς οι ίδιοι λύνουμε τις διαφορές μας με λόγια και όχι με επιθετικότητα. Όλα αυτά συμβαίνουν κάτω από την «ομπρέλα» της επικοινωνίας και για να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε με το παιδί χρειάζεται εμείς οι ίδιοι οι ενήλικες να έχουμε αναπτύξει τις απαραίτητες δεξιότητες επικοινωνίας μεταξύ μας.
Αντίθετα, όταν το παιδί μαθαίνει ότι η φωνή του κερδίζει πάντα, ότι τα δάκρυα αποφεύγουν τις συνέπειες, ότι η βία — λεκτική ή σωματική — φέρει αποτελέσματα, τότε αυτά γίνονται τα εργαλεία του. Και κάποια μέρα, αυτά τα εργαλεία θα χρησιμοποιηθούν σε μια τάξη, απέναντι σε μια γυναίκα που απλώς προσπαθούσε να κάνει τη δουλειά της.
Η αντικοινωνική συμπεριφορά δεν εμφανίζεται ξαφνικά
Αυτό που βλέπουμε στο τελικό αποτέλεσμα — η βαναυσότητα σε μια σχολική τάξη — δεν είναι ξαφνική έκρηξη. Είναι το αποτέλεσμα χρόνων μαθημένης αδιαφορίας απέναντι στον πόνο του άλλου.
Η κλινική έρευνα δείχνει ότι τα παιδιά που εκδηλώνουν αντικοινωνική συμπεριφορά στην εφηβεία έχουν συνήθως ιστορικό έλλειψης σταθερών ορίων, πρώιμων εμπειριών οικογενειακής βίας ή χάους, αδυναμία επεξεργασίας συναισθημάτων, και ανυπαρξίας ενσυναισθητικής ανατροφοδότησης από τους σημαντικούς ενηλίκους στη ζωή τους.
Δεν γεννιόμαστε χωρίς συναίσθημα. Μαθαίνουμε να μη νιώθουμε — και αυτό η κοινωνία μάς το διδάσκει σιγά σιγά, με κάθε ανεκτή επιθετικότητα, με κάθε αδύναμο θεσμό, με κάθε γονέα που λέει «παιδιά είναι» ενώ έπρεπε να πει «αρκετά».
Τι χρωστάμε στη Σοφία;
Χρωστάμε στη Σοφία — και σε κάθε εκπαιδευτικό που υπηρέτησε μέχρι εξάντλησης — να μην κάνουμε την ιστορία της απλώς ένα trending θέμα.
Χρωστάμε να ρωτήσουμε πρώτα πρώτα τον εαυτό μας: τι διδάσκουμε στα παιδιά μας μέσα από τις επιλογές μας; Τι κόσμο τους παραδίδουμε όταν τα αφήνουμε να πιστέψουν ότι δεν υπάρχουν συνέπειες; Τι τους λέμε για την αξία του άλλου ανθρώπου, του διαφορετικού, του αδύναμου;
Η πρόληψη δεν αρχίζει στο σχολείο. Αρχίζει πολύ πριν — στο τραπέζι του δείπνου, στην πρώτη φορά που ένα παιδί θυμώνει και εμείς αποφασίζουμε πώς θα το διαχειριστούμε, στη στιγμή που επιλέγουμε να εξηγήσουμε αντί να υποχωρήσουμε, να ακούσουμε αντί να αποσιωπήσουμε, να είμαστε παρόντες αντί να «αγοράσουμε» την ησυχία μας.
Ένα παιδί που μαθαίνει να μην είναι αδιάφορο για τον άλλον, δεν γίνεται θύτης.
Αυτό είναι το πιο σημαντικό μάθημα που μπορούμε να δώσουμε στα παιδιά μας.
Ντόρα Μίνου
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια (ενηλίκων ζεύγους και οικογένειας)
ΜSc Κλινικής Ψυχολογίας