Για ποιον κλαίμε όταν φεύγει ένα είδωλο;

Η ψυχολογία της ταύτισης με τα είδωλα και το παράδοξο πένθος για τους «δικούς μας» αγνώστους

by DoraM

 

Συχνά ταυτιζόμαστε με διάφορους ανθρώπους που τους νιώθουμε σαν ένα κομμάτι της ζωής μας, ακόμη κι αν δεν τους έχουμε συναντήσει ποτέ.

Ο αγαπημένος τραγουδιστής των νεανικών μας χρόνων, ο ηθοποιός που μας συντροφεύει επί δεκαετίες με τις ταινίες του, ο ποδοσφαιριστής που ανακαλεί μνήμες από τις Κυριακές με τον πατέρα, την παρέα μας, μια ολόκληρη εποχή. Και τόσοι άλλοι άνθρωποι των μέσων μαζικής ενημέρωσης που συνδέονται με τις αναμνήσεις μας κι ας μην έχουμε γνωριστεί ποτέ.

Παρακολουθούμε τη ζωή τους και όταν κάτι τους συμβεί — ακόμη περισσότερο όταν πεθάνουν — μπορεί να νιώσουμε θλίψη, συγκίνηση, ακόμη και ένα αίσθημα προσωπικής απώλειας.

Όταν ο «άγνωστος» γίνεται οικείος

Η ψυχολογία έχει περιγράψει εδώ και δεκαετίες το φαινόμενο των παρακοινωνικών σχέσεων (παρακοινωνικές σχέσεις). Ο όρος από τους Horton και Wohl ήδη από το 1956 για να περιγράψει αυτή την ιδιαίτερη αίσθηση που μπορεί να αναπτύξει το κοινό με ένα πρόσωπο των μέσων μαζικής επικοινωνίας, παρότι η σχέση δεν είναι αμοιβαία.

Βλέπουμε έναν καλλιτέχνη ξανά και ξανά. Ακούμε τη φωνή του. Μαθαίνουμε στιγμές της ζωής του. Αναγνωρίζουμε τον τρόπο που γελά, που μιλά, που κινείται και με τα χρόνια παύει να βιώνεται ως ένας εντελώς άγνωστος. Δεν είναι φίλος μας, αλλά είναι οικείος. Αυτή η διάκριση έχει μεγάλη σημασία, γιατί ο ψυχισμός μας δεν οργανώνει τους δεσμούς μας μόνο με βάση τους ανθρώπους που έχουμε αγγίξει ή συναντήσει προσωπικά. Τους οργανώνει και μέσα από εικόνες, σύμβολα, συναισθήματα και επαναλαμβανόμενες εμπειρίες.

Δεν ταυτιζόμαστε μόνο με το πρόσωπο. Ταυτιζόμαστε με αυτό που συμβολίζει

Το είδωλο μπορεί να λειτουργήσει σαν μια επιφάνεια πάνω στην οποία προβάλλονται κομμάτια του εαυτού μας.

Ο έφηβος μπορεί να δει στον αγαπημένο του ποδοσφαιριστή τη δύναμη, την επιτυχία ή την αυτοπεποίθηση που ήθελε να αποκτήσει. Κάποιος άλλος μπορεί να βρει σε μια καλλιτέχνη την επαναστατικότητα που δεν επέτρεψε ποτέ στον εαυτό του να εκφράσει.

Σε έναν τραγουδιστή μπορεί να αναγνωρίσει τον πληγωμένο ερωτευμένο, τον αντισυμβατικό, τον μοναχικό, τον άνθρωπο που πέφτει και ξανασηκώνεται.

Και κάπως έτσι συμβαίνει κάτι βαθύτερο: «Δεν αγαπώ μόνο εσένα, αλλά και ένα δικό μου κομμάτι που έχω τοποθετήσει επάνω σου.»

Γι’ αυτό και δύο άνθρωποι μπορούν να λατρεύουν τον ίδιο καλλιτέχνη για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Ο καθένας, κατά κάποιον τρόπο, έχει δημιουργήσει μέσα του τον «δικό του» καλλιτέχνη, τον πρωταγωνιστή στη δική του ιστορία.

Το είδωλο ως ιδανικό Εγώ

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη ψυχική λειτουργία: η εξιδανίκευση.

Τα δημόσια πρόσωπα μπορούν να γίνουν χαρακτηριστικών που επιθυμούμε για τον εαυτό μας: ομορφιά, ελευθερία, δύναμη, επιτυχία, αναγνώριση, ερωτισμός, κοινωνική αποδοχή.

Το είδωλο μπορεί επομένως να πλησιάζει αυτό που στην ψυχαναλυτική σκέψη θα μπορούσα να συνδέσουμε με το ιδανικό Εγώ (Idealich): όχι αυτό που είμαι απαραίτητο, αλλά αυτό που φαντάζομαι, επιθυμώ ή ονειρεύομαι ότι θα μπορούσα να είμαι.

Και εδώ βρίσκεται ένα ενδιαφέρον παράδοξο. Δεν χρειάζεται το πραγματικό πρόσωπο να είναι όντως έτσι. Αρκει εμείς να το έχουμε επενδύσει με αυτό το νόημα. Γιατί η ψυχική εικόνα που έχουμε για έναν άνθρωπο δεν ταυτίζεται ποτέ απολύτως με τον πραγματικό άνθρωπο.

Στους τραγουδιστές συμβαίνει κάτι ακόμη πιο δυνατό

Με τη μουσική, η σχέση αυτή αποκτά μια ξεχωριστή διάσταση. Γιατί ένα τραγούδι δεν είναι απλώς κάτι που ακούμε. Μπορεί να γίνει ο τρόπος που ανακαλούμε μνήμες από το παρελθόν.

Υπάρχουν τραγούδια που, μόλις ακουστούν οι πρώτοι νότες, δεν μας θυμίζουν απλώς μια εποχή. Μας μεταφέρουν σχεδόν μέσα σε αυτήν: έναν έρωτα, έναν χωρισμό, ένα καλοκαίρι, ένα αυτοκίνητο, ένα σπίτι που δεν υπάρχει πια, μια παρέα που χάθηκε, έναν άνθρωπο που αγαπήσαμε, τον εαυτό μας στα είκοσι, στα τριάντα ή στα σαράντα.

Η έρευνα για τις αυτοβιογραφικές μνήμες που προκαλεί η μουσική (music-evoked autobiographical memories) έχει δείξει την ικανότητα της μουσικής να ενεργοποιεί προσωπικές αναμνήσεις μαζί με έντονο συναίσθημα και νοσταλγία.

Γι’ αυτό, όταν χάνεται ένας τραγουδιστής που μας συνόδευε για πολλά χρόνια, δεν χάνεται μόνο ένας καλλιτέχνης. Ανοίγει ξαφνικά ένα ολόκληρο προσωπικό αρχείο και μέσα σε αυτό το αρχείο υπάρχουμε κι εμείς.

«Μεγάλωσα μαζί του»

Η φράση που ακούγεται συχνά όταν πεθαίνει ένας γνωστός καλλιτέχνης: «μεγάλωσα με τα τραγούδια του», δεν είναι καθόλου τυχαία.

Ορισμένα δημόσια πρόσωπα λειτουργούν σαν χρονικοί δείκτες της ζωής μας. Ήταν εκεί όταν ερωτευτήκαμε για πρώτη φορά. Όταν βγαίναμε μέχρι το πρωί. Όταν σπουδάζαμε. Όταν παντρευτήκαμε. Όταν χωρίσαμε. Όταν αποκτήσαμε παιδιά.

Και κάποια στιγμή συνειδητοποιούμε ότι μεγαλώσαμε παράλληλα. Γι’ αυτό ο θάνατος ενός ειδώλου μπορεί να μας φέρει αντιμέτωπους όχι μόνο με τη δική του θνητότητα, αλλά και με τη δική μας αίσθηση του χρόνου: «έφυγε εκείνος που άκουγα όταν ήμουν είκοσι…», και πίσω από αυτή τη σκέψη μπορεί να υπάρχει μια άλλη, λιγότερο συνειδητή: «άρα έχουν περάσει τόσα. χρόνια… άρα κι εγώ έχω μεγαλώσει».

Έτσι καταλήγουμε ότι πολλές φορές, το πένθος για ένα είδωλο περιέχει και ένα μικρό πένθος για τον χρόνο που πέρασε, για τις ηλικίες μας που δεν επιστρέφουν, για τους ανθρώπους που ήμασταν κάποτε.

Το συλλογικό πένθος

Παρατηρούμε ότι, όταν πεθαίνει ένα δημόσιο πρόσωπο, το πένθος γίνεται δημόσιο.

Άνθρωποι ανεβάζουν φωτογραφίες, τραγούδια, βίντεο. Μοιράζονται ιστορίες. Γράφουν «δεν μπορώ να το πιστέψω», «έφυγε ένα κομμάτι της εποχής μας», «ήταν σαν να τον ξέραμε». Για λίγο δημιουργείται μια παράξενη κοινότητα ανθρώπων που μπορεί να μη γνωρίζονται μεταξύ τους, αλλά μοιράζονται μια κοινή συγκίνηση.

Το προσωπικό συναντά το συλλογικό. Δεν θρηνούμε μόνο τον άνθρωπο, θρηνούμε μια κοινή πολιτισμική μνήμη, μία εποχή.

Πότε η ταύτιση είναι φυσιολογική και πότε γίνεται προβληματική;

Το να θαυμάζουμε έναν καλλιτέχνη, έναν αθλητή ή δημόσιο πρόσωπο δεν αποτελεί από μόνο του κάτι παθολογικό.

Η έρευνα αντιμετωπίζει τη σχέση με τις διασημότητες περισσότερο ως ένα συνεχές: από τον συνηθισμένο θαυμασμό και την ψυχαγωγική ενσωμάτωση έως πολύ πιο έντονες μορφές συναισθηματικής επένδυσης. Οι πιο ακραίες μορφές έχουν συσχετιστεί σε μελέτες με μεγαλύτερες δυσκολίες ψυχολογικής προσαρμογής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο απλός θαυμασμός αποτελεί ψυχοπαθολογία.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η σχέση με το είδωλο εμπλουτίζει την πραγματική ζωή ή αρχίζει να την αντικαθιστά.

Άλλο να εμπνέομαι από κάποιον και άλλο να χρειάζομαι να γίνω εκείνος. Άλλο να συγκινούμαι με τη ζωή του και άλλο να επενδύω τόσο πολύ σε αυτήν ώστε η δική μου ζωή να περνά σε δεύτερο πλάνο.

Η ψυχική λειτουργική ταύτιση μας δίνει κάτι και στη συνέχεια μας επιτρέπει να επιστρέψουμε στον εαυτό μας.

Και τελικά, ποιον πενθούμε;

Όταν κλαίμε για έναν καλλιτέχνη που δεν συναντήσαμε ποτέ, για ποιον ακριβώς κλαίμε;

Σίγουρα όχι μόνο για εκείνον.

Μπορεί να κλαίμε και για τον άνθρωπο που ήμασταν όταν πρωτοακούσαμε τη φωνή του. Για έναν έρωτα που τελείωσε. Για μια παρέα που διαλύθηκε. Για έναν γονιό που δεν υπάρχει πια. Για τα βράδια που νομίζαμε ότι δεν θα τελειώσουν ποτέ. Για τη νεότητα. Για τον χρόνο. Για ένα κομμάτι της προσωπικής μας ιστορίας που ξαφνικά αποκτά ημερομηνία λήξης.

Στη θεραπεία, ένα τέτοιο πένθος σπάνια το φέρνει κανείς ως αίτημα· μάλλον γιατί δεν πιστεύουμε ότι «δικαιούμαστε» να πονάμε για κάποιον που δεν γνωρίσαμε ποτέ.

Και ίσως γι’ αυτό δεν χρειάζεται ούτε να ξενιζόμαστε ούτε να υποτιμούμε τη συγκίνηση που νιώθουμε μπροστά στην απώλεια ενός ειδώλου. Ο άνθρωπος που πέθανε μπορεί πράγματι να ήταν ένας άγνωστος, αλλά αυτό που ξυπνά μέσα μας δεν είναι καθόλου άγνωστο· είναι δικό μας. Και πολλές φορές, όταν αποχαιρετούμε ένα είδωλο, δεν αποχαιρετούμε μόνο εκείνον.

Αποχαιρετούμε για λίγο κι ένα κομμάτι από τον εαυτό μας.

 

Ντόρα Μίνου BSc, MA

Κλινική Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια

(ενηλίκων, ζεύγους & οικογένειας)

 

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Freud, S. (1957). Σχετικά με τον ναρκισσισμό: Μια εισαγωγή. Στο J. Strachey (Επιμ. & Μεταφρ.), Η τυποποιημένη έκδοση των πλήρων ψυχολογικών έργων του Sigmund Freud (Τόμος 14, σελ. 67–102). Hogarth Press. (Πρωτότυπο έργο που δημοσιεύτηκε το 1914)

Horton, D., & Wohl, RR (1956). Μαζική επικοινωνία και παρακοινωνική αλληλεπίδραση: Παρατηρήσεις σχετικά με την οικειότητα από απόσταση. Ψυχιατρική, 19(3), 215–229.

Janata, P., Tomic, ST, & Rakowski, SK (2007). Χαρακτηρισμός αυτοβιογραφικών αναμνήσεων που προκαλούνται από τη μουσική. Memory, 15(8), 845–860.

Janata, P. (2009). Η νευρωνική αρχιτεκτονική των αυτοβιογραφικών αναμνήσεων που προκαλούνται από τη μουσική. Cerebral Cortex, 19(11), 2579–2594.

Maltby, J., Day, L., McCutcheon, LE, Gillett, R., Houran, J., & Ashe, DD (2004). Προσωπικότητα και αντιμετώπιση: Ένα πλαίσιο για την εξέταση της λατρείας διασημοτήτων και της ψυχικής υγείας. British Journal of Psychology, 95(4), 411–428.

McCutcheon, LE, Ashe, DD, Houran, J., & Maltby, J. (2003). Ένα γνωστικό προφίλ ατόμων που τείνουν να λατρεύουν διασημότητες. The Journal of Psychology, 137(4), 309–322.

 

 

You may also like

Χρησιμοποιούμε cookies για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τη χρήση του ιστοτόπου μας από τους επισκέπτες, με στόχο την κάλυψη των αναγκών των περισσοτέρων επισκεπτών. ΑΠΟΔΟΧΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ