Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται να συνδεθούν βαθύτερα με τους άλλους- να μιλήσουν για τα συναισθήματά τους – «πνίγονται» στην κοντινότητα της επαφής, τείνουν να τα καταφέρνουν μόνοι τους σε όλα με αποτέλεσμα να απομακρύνονται όταν η σχέση γίνεται βαθύτερη. Αυτό στην ψυχολογία το ονομάζουμε φόβο της εγγύτητας και δεν είναι αποτέλεσμα κακής πρόθεσης ή αδιαφορίας για τον άλλο, αλλά αποτέλεσμα ενός εδραιωμένου ψυχολογικού μοτίβου που ονομάζεται αποφευκτική προσκόλληση.
Στο πλαίσιο της κλινικής ψυχολογίας, η προσκόλληση δεν αναφέρεται στον ρομαντισμό ή τη συναισθηματική εξάρτηση, αλλά σε ένα θεμελιώδες σύστημα εσωτερικών αναπαραστάσεων που διαμορφώνεται στα πρώτα χρόνια της ζωής και καθορίζει τον τρόπο του «σχετίζεσθαι» με τους άλλους – ως μια βαθιά εδραιωμένη αμυντική στρατηγική που ξεκινά πολύ νωρίς στη ζωή μας.
Θεωρητικό Πλαίσιο: Η Θεωρία Προσκόλλησης
Σύμφωνα με τον John Bowlby (1969) η ανάγκη για σύνδεση με ένα φροντιστικό πρόσωπο στη βρεφική ηλικία καθορίζει τον «εσωτερικό χάρτη» του ατόμου όλων των σημαντικών σχέσεων στην μετέπειτα ζωή του. Η αλληλεπίδραση με τον φροντιστή του , είναι βασικός πυλώνας επιβίωσης για το βρέφος και καθοριστικός παράγοντας για τον τρόπο που θα αλληλεπιδράσει και θα σχετιστεί με άλλους αργότερα.
Η Mary Ainsworth (1978), μέσα από τα περίφημα πειράματα «Άγνωστης Κατάστασης» (Strange Situation), κατέγραψε τρεις βασικούς τύπους προσκόλλησης: την ασφαλή, την αγχώδη-αμφιθυμική και την αποφευκτική. Αργότερα προστέθηκε και η αποδιοργανωμένη .Ο αποφευκτικός τύπος — είναι ο πιο δύσκολα αναγνωρίσιμος στην καθημερινότητα, γιατί εμφανίζεται με το προσωπείο του δυνατού, αυτάρκη, ανεξάρτητου, ώριμου ατόμου. Στην πραγματικότητα όμως κρύβει κάτι άλλο , πιο λεπτό,ισχυρό και άκαμπτο γιατί γίνεται ασυνείδητα.
Κινείται ανάμεσά μας…
Τα Μοτίβα του Αποφευκτικού Τύπου
Υπερ-αυτάρκεια: «δε χρειάζομαι κανέναν…»
Το κεντρικό χαρακτηριστικό του αποφευκτικού τύπου είναι η έντονη επένδυση στην ανεξαρτησία. Έχει μάθει από νωρίς να αντιμετωπίζει μόνος του την κάθε δυσκολία , αποσιωπά τις ανάγκες του και δυσκολεύεται να ζητήσει βοήθεια ή να εκφράσει την ευαλωτότητά του. Εφόσον δεν έχει νιώσει την συναισθηματική ασφάλεια από τα πρώτα χρόνια της ζωής του , η αυτάρκεια γίνεται αμυντική στρατηγική. Ασφαλώς και έχει ανάγκες όπως όλοι οι άνθρωποι , ωστόσο έχει μάθει να τις αγνοεί θεωρώντας τες αδυναμία.
Αποχώρηση ή αποδέσμευση όταν η εγγύτητα αυξάνεται: «θέλω χώρο και χρόνο..»
Ένα από τα πιο εμφανή μοτίβα είναι η τάση να αποσύρεται το άτομο ακριβώς εκείνη τη στιγμή που ο άλλος πλησιάζει περισσότερο. Στην αρχή της σχέσης θα τον δεις γοητευτικό και συναισθηματικά διαθέσιμο, ωστόσο μόλις το άλλο άτομο αρχίζει να έρχεται πιο κοντά, να εκφράζει ανάγκες και να ζητά εγγύτητα, κάτι κλείνει μέσα του και τείνει να παίρνει απόσταση, να γίνεται λιγομίλητος να βρίσκει διάφορες δικαιολογίες ώστε να απομακρύνεται είτε χωρίς να το καταλαβαίνει είτε ερμηνεύοντας ότι χρειάζεται περισσότερο χώρο και χρόνο μόνος. Συχνά αυτό μεταφράζεται με έντονη κριτική απέναντι στο σύντροφο, ανακαλύπτει τρωτά στη σχέση , μένει περισσότερο μόνος, ενώ η βαθύτερη λογική στο συγκεκριμένο μοτίβο είναι ο φόβος να μην πληγωθεί.
Υποτίμηση των συναισθηματικών αναγκών: «Είσαι πολύ ευαίσθητος/η»
Έχει την τάση να βλέπει τις συναισθηματικές ανάγκες των άλλων ως υπερβολή. Ο σύντροφος που ζητά τρυφερότητα γίνεται «εξαρτημένος». Αυτός που εκφράζει πόνο γίνεται «δραματικός».Αυτή η κρίση δεν είναι σκληρότητα — είναι καθρέφτης. Αντανακλά τη δική του δυσκολία να αναγνωρίσει και να ανεχτεί τις δικές του ανάγκες, γιατί κάθε συναισθηματική ανάγκη γι’ αυτόν είναι αδυναμία ή επιβάρυνση.
Εξωτερικά ήρεμος ….μέσα του ταραγμένος
Σύμφωνα με μελέτες, ο αποφευκτικός τύπος φαίνεται ήρεμος όταν αντιμετωπίζει συναισθηματικές καταστάσεις — αλλά μέσα του βιώνει σημαντικό άγχος. Η «ψυχραιμία» δεν είναι έλλειψη συναισθήματος. Είναι καταστολή του.
Μια ιστορία από το δωμάτιο της θεραπείας..
Το παρακάτω παράδειγμα αποτελεί σύνθεση κλινικών εμπειριών — δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένο άτομο.
Ο Α., 42 ετών, ήρθε στη θεραπεία λέγοντας ότι «δεν έχει πρόβλημα με τις σχέσεις», αλλά ότι οι σύντροφοί του «γίνονται πάντα πολύ απαιτητικοί». Στη διάρκεια της θεραπείας αποκαλύφθηκε ένα σαφές μοτίβο: στο αρχικό στάδιο κάθε σχέσης ήταν θερμός, παρών και ενδιαφερόμενος. Όταν, όμως, ο σύντροφος άρχιζε να εκφράζει ανάγκες ή να ζητά μεγαλύτερη εγγύτητα, ο Α. «πάγωνε» — γίνονταν λιγομίλητος, απομακρυνόταν συναισθηματικά και συχνά είχε τόσα πολλά να κάνει που δεν του έφτανε ο χρόνος.. Ο ίδιος το ερμήνευε ως ανάγκη για χώρο και χρόνο με τον εαυτό του «….με πνίγει αυτή η συνεχόμενη απαίτηση να είμαστε μαζί…» Στη θεραπεία, ωστόσο, αναδύθηκε μια βαθύτερη αλήθεια: ο Α. είχε μεγαλώσει με έναν συναισθηματικά απόντα πατέρα και μια μητέρα που ήταν παρούσα σωματικά αλλά δυσκολευόταν να αναγνωρίσει τις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού. Είχε μάθει πολύ νωρίς ότι οι ανάγκες δεν έχουν θέση — και ότι η ασφάλεια βρίσκεται μόνο μέσα στον εαυτό.
Η αποφευκτική προσκόλληση συνδέεται συχνά με γονεϊκές φιγούρες που ήταν μεν παρούσες, αλλά συναισθηματικά απουσίαζαν ή το παιδί τους βίωνε απορριπτικά ως προς τις ανάγκες του. Στο λειτουργικό μέρος ο γονιός μπορεί να ήταν άψογος – έδινε φαγητό, στέγη, ασφάλεια αλλά στερούσε από το παιδί τη συναισθηματική φροντίδα—δυσκολευόταν με την τρυφερότητα, τον ψυχικό πόνο, ή την ευαλωττότητα.
Όταν το παιδί, δεν λαμβάνει ανταπόκριση στις συναισθηματικές του ανάγκες, μαθαίνει να τις «παγώνει»— δηλαδή να αποθηκεύει τις ανάγκες του μακριά από τη συνείδηση, ώστε να διατηρεί την εγγύτητα με τον φροντιστή του με τον μόνο τρόπο που του επιτρέπεται – γίνεται το «εύκολο» παιδί που δεν έχει πολλές απαιτήσεις.
Αυτή η προσαρμοστική στρατηγική της παιδικής ηλικίας γίνεται δυσλειτουργική στις ενήλικες σχέσεις, όπου η εγγύτητα απαιτεί ακριβώς εκείνο που το άτομο έχει μάθει να αποφεύγει: συναισθηματική αμοιβαιότητα, ευαλωττότητα και εμπιστοσύνη.
Αλλαγή μέσα από τη Θεραπευτική Διαδικασία
- Η ψυχοθεραπεία αποτελεί έναν από τους βασικότερους χώρους όπου ο αποφευκτικός τύπος μπορεί να βιώσει μια διαφορετική εμπειρία σχέσης.
- Η σχέση θεραπευτή-θεραπευόμενου μέσα στο ασφαλές πλαίσιο της ψυχοθεραπείας δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε να μπορεί ο θεραπευόμενος να εκθέσει σταδιακά τις ανάγκες του, να λάβει αποδοχή αντί απόρριψης, και να αναθεωρήσει τις εσωτερικές αναπαραστάσεις του για τις σχέσεις.
- Η αλλαγή απαιτεί χρόνο, δεν είναι μία εύκολη και σύντομη διαδικασία — και αυτό είναι αναμενόμενο, εφόσον τα μοτίβα που χτίστηκαν σε βάθος χρόνου δεν αποδομούνται με τη γνωστική κατανόηση και μόνο. Χρειάζεται επαναλαμβανόμενη, βιωματική εμπειρία ασφαλούς σύνδεσης — μια εμπειρία που συχνά αντιτίθεται σε ό,τι ο αποφευκτικός γνωρίζει ως «φυσιολογικό».
Να θυμάστε…
Ο αποφευκτικός τύπος ασυνείδητα κάνει ακριβώς αυτό που έμαθε για να είναι ασφαλής – να κρατάει αποστάσεις. Ωστόσο, αξίζει να θυμάστε ότι, η απόσταση δεν είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Είναι το τείχος που έχτισε για να επιβιώσει. Και τα τείχη, αν και αργά, μπορούν να ανοίξουν πόρτες.
Ντόρα Μίνου BSc, MA
Κλινική Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια
(ενηλίκων, ζεύγους & οικογένειας)